Ενότητα 9: Η Καλλιπάτειρα Λεξιλόγιο

 

φέρω = φέρνω, κουβαλώ

Αρχαία Ελληνικά

τὸ φέρτρον = φέρετρον = το νεκρικό κρεβάτι, το φορείο που κουβαλάει το νεκρό

φόριμος = γόνιμος

ἡ φερνή = προίκα

φερέοικος = 1. (ουσ.) το σαλιγκάρι· 2. (επίθ.) αυτός που μεταφέρει το σπίτι του, π.χ. οι νομαδικοί λαοί

κανηφόρος = αυτός που κουβαλάει καλάθι

φοροτελής = αυτός που υπόκειται σε φορολογία

ὁ δίφρος < δίφορος = πολεμικό άρμα, κάθισμα χωρίς πλάτη

ζῳοφόρος / ζωφόρος = διακοσμητική ζώνη, με ανάγλυφες συνήθως παραστάσεις, που αποτελεί τμήμα αρχαίων ναών και βρίσκεται πάνω από το επιστύλιο: π.χ. Στη ζωοφόρο του Παρθενώνα παρασταίνεται όλη η πομπή των Παναθηναίων.

 

Αρχαία / Νέα Ελληνικά

φερτός = (α.ε.) υποφερτός, (ν.ε.) ο μεταφερόμενος από ένα μέρος σε άλλο

φορῶ = βάζω κάποιο ρούχο ή άλλο συμπλήρωμα της αμφίεσης, ντύνομαι, είμαι ντυμένος π.χ.Φόρα το σακάκι σου, γιατί κάνει ψύχρα.

φορά= (α.ε.) μεταφορά, (ν.ε.) κατεύθυνση πορεία

τὸ φέρετρον(-ο) = ξύλινο κιβώτιο, περίπου στο σχήμα του ανθρώπινου σώματος, όπου τοποθετείται ο νεκρός προκειμένου να ενταφιαστεί: π.χ. Tο φέρετρό του ήταν σκεπασμένο με την ελληνική σημαία.

φορεύς(-έας) = 1. αυτός που έχει, μεταφέρει, μεταδίδει κάτι, π.χ. Tα κουνούπια είναι φορείς μικροβίων. 2. πρόσωπα, ή ομάδες προσώπων με κοινωνικές, πολιτικές, πολιτιστικές, διοικητικές, επαγγελματικές δραστηριότητες: π.χ. Το σχολείο, η οικογένεια, τα ΜΜΕ είναι φορείς παιδείας.

τὸ φορεῖον (-ο) = ειδική κατασκευή όπου μεταφέρουν ασθενείς ή τραυματίες: π.χ. Tον πήγαν στο χειρουργείο πάνω σε φορείο.

φόρος = τμήμα του εισοδήματος των πολιτών που αποδίδεται υποχρεωτικά στο κράτος ή σε δημόσιους οργανισμούς για την κάλυψη δημοσίων δαπανών ή άλλων αναγκών π.χ. Η κυβέρνηση προχώρησε σε αύξηση των φόρων.

τὸ φόρημα / φόρεμα = 1. (α.ε.) αυτό που κουβαλά κάποιος,
2. (α.ε./ν.ε.) ρούχο

φόρτος = φορτίο, βάρος, ιδίως υπερβολικό, ενοχλητικό. π.χ. Aνέβαλα τις διακοπές μου λόγω φόρτου εργασίας.

τὸ φορτίον (-ο) = 1. αντικείμενο ή ποσότητα αντικειμένων με βάρος και όγκο, που σηκώνεται ή μεταφέρεται από άνθρωπο, ζώο ή μεταφορικό μέσο: π.χ. Kουβαλούσε στην πλάτη τουένα βαρύ φορτίο.2. (μεταφορικά) ευθύνη, φροντίδα, υποχρέωση με το μέγεθός της πιέζει κάποιον και τον κάνει να υποφέρει : π.χ. Mε το θάνατο του άντρα της έπεσε βαρύ φορτίο στις πλάτες της. 3. η ποσότητα του ηλεκτρισμού που υπάρχει σε ένα ηλεκτρισμένο σώμα: π.χ. Παρουσιάστηκε βλάβη στην κατανομή των ηλεκτρικών φορτίων.

φορτικός = (α.ε.) κατάλληλος για μεταφορά

(ν.ε.) επίμονος, ενοχλητικός π.χ. Συχνά γίνεται φορτικός με τις αδιάκριτες ερωτήσεις του.

φερέγγυος = που παρέχει εγγύηση, που μπορεί κανείς να του έχει εμπιστοσύνη· αξιόπιστος. π.χ. Μην επιχειρήσεις να του δανείσεις χρήματα. Δεν είναι καθόλουφερέγγυο άτομο.

φορολογῶ = επιβάλλω φόρο: π.χ. Tο κράτος φορολογεί τους πολίτες.

ἐπιφέρω = προξενώ, προκαλώ κτ.: π.χ. H υποτίμηση της δραχμής θα επιφέρει αναστάτωση στην οικονομική ζωή.
περιφέρω = μεταφέρω σε διάφορα μέρη: π.χ. Περιέφεραν την εικόνα στους δρόμους της πόλης.
ἀναφέρω = κάνω λόγο για κάποιον ή για κάτι: π.χ. Ο δημοσιογράφος ανέφερε πως τα ποσοστά ανεργίας στη χώρα μας είναι υψηλά.

ἀνωφερής = ανηφορικός

καταφερής / κατωφερής = κατηφορικός

πολύφερνος = που είναι περιζήτητος για γάμο εξαιτίας των προσόντων του: π.χ. Πολύφερνη νύφη.
ἀμφορεύς (-έας) = αγγείο στο οποίο τοποθετούσαν λάδι, κρασί, μέλι κτλ. για αποθήκευση ή μεταφορά: π.χ. Στις ανασκαφές βρέθηκε ένας ρωμαϊκός αμφορέας.

διαφορά = η κατάσταση που δημιουργείται από την ύπαρξη στοιχείων που κάνουν κάποιον ή κάτι να ξεχωρίζει:π.χ. Yπάρχει μεγάλη διαφορά στις τιμές των καταστημάτων.

ἐκφορά = 1. η μεταφορά νεκρού στο χώρο ταφής του. π.χ. Οι συγγενείς του νεκρού παραβρέθηκαν στην εκφορά του. 2 έκφραση, διατύπωση σκέψης ή γνώμης π.χ. εκφορά του λόγου

ὁ αγγελιαφόρος = αυτός που φέρνει μηνύματα, αγγέλματα, ειδήσεις· π.χ. Ο Ερμής ήταν ο αγγελιαφόρος των θεών.

λεωφόρος = δρόμος φαρδύς και μεγάλου μήκους που βρίσκεται μέσα στην πόλη ή που συνδέει την πόλη με τα περίχωρα: π.χ. Τα αυτοκίνητα κατευθύνονται προς τη νέα παραλιακή λεωφόρο.
δορυφόρος = 1. ουράνιο σώμα που κινείται γύρω από έναν πλανήτη και που τον ακολουθεί στην κίνησή του γύρω από τον Ήλιο: π.χ. H Σελήνη είναι δορυφόρος της Γης. 2. διαστημικό όχημα που μπαίνει σε τροχιά γύρω από τη γη ή από άλλο ουράνιο σώμα και που κατευθύνεται και ελέγχεται από μια βάση στη γη: π.χ. Ο μετεωρολογικός δορυφόρος μας δίνει στοιχεία για την πρόβλεψη του καιρού. 3. στην αρχαιότητα, οπλισμένος στρατιώτης που αποτελούσε μέλος της σωματοφυλακής ενός άρχοντα.
καρποφόρος = 1. που παράγει καρπούς, γόνιμος: π.χ. Kαρποφόρα γη, καρποφόρα συνεργασίααποτελέσματα·

θεοφόρος = θεόπνευστος π.χ. θεοφόρος λόγος
ψηφοφόρος = 1. αυτός που έχει το δικαίωμα συμμετοχής ή που συμμετέχει σε μια ψηφοφορία · π.χ. Επτά εκατομμύρια Έλληνες ψηφοφόροι προσέρχονται αύριο στις κάλπες για την εκλογή νέας κυβέρνησης.

παράφορος = που τον χαρακτηρίζει συναισθηματική και ψυχική ένταση, ορμητικός, ασυγκράτητος: π.χ. Ένιωσε γι΄ αυτήν ένα παράφορο πάθος.
μισθοφορικός= που αποτελείται από μισθοφόρους, δηλαδή στρατιώτες που πολεμούν έναντι αμοιβής. π.χ. Στον περσικό στρατό ανήκαν και μισθοφορικά σώματα.

 

Νέα Ελληνικά

φερέφωνο = που δεν έχει ή που δεν προβάλλει δική του άποψη, αλλά μέσω αυτού μεταφέρεται η γνώμη άλλων: π.χ. Αρκετές εφημερίδες είναι φερέφωνα των κομμάτων.
φέρελπις = αυτός που παρέχει, που δημιουργεί ελπίδες. π.χ. Φερέλπιδες νέοι.

φοροδιαφυγή = η αποφυγή πληρωμής των οφειλόμενων φόρων μέσω της απόκρυψης από το φορολογούμενο του πραγματικού φορολογητέου εισοδήματός του: π.χ. Το κράτος σχεδιάζει να λάβει ισχυρά μέτρα για την πάταξη φοροδιαφυγής.
φοροτεχνικός = επαγγελματίας που προσφέρει υπηρεσίες στους φορολογούμενους σχετικές με τις φορολογικές τους υποθέσεις: π.χ. Πήγα σε φοροτεχνικό για να μου συμπληρώσει τη φορολογική μου δήλωση.

φοροφυγάς = αυτός που αποφεύγει την πληρωμή φόρων στο κράτος: π.χ. Οι φοροφυγάδες θα τιμωρούνται αυστηρά.
διαφορετικός = που δεν είναι ίδιος ή όμοιος με κάποιον ή κάτι άλλο: π.χ. Έχουμε διαφορετικά ενδιαφέροντα.

ασθενοφόρο = κατάλληλα εξοπλισμένο αυτοκίνητο που μεταφέρει ασθενείς στο νοσοκομείο: π.χ. Kάλεσε αμέσως το ασθενοφόρο.

βαθμοφόρος = αυτός που έχει κάποιο βαθμό, αξίωμα π.χ. Ήταν βαθμοφόρος στο στρατό.

ελπιδοφόρος = που φέρνει, εμπνέει ελπίδα: π.χ. Μας μετέφερε το ελπιδοφόρο μήνυμα ότι η κρίση θα ξεπεραστεί σύντομα.

λαχειοφόρος = που δίνει δικαίωμα συμμετοχής σε κλήρωση: π.χ. Αγοράζοντας λαχνό έχετε δικαίωμα συμμετοχής στη λαχειοφόρο αγορά.

ανυπόφορος = αφόρητος. για κάτι ή κάποιον τόσο ενοχλητικό ή δυσάρεστο, ώστε δεν μπορεί κανείς να το(ν) ανεχθεί: π.χ. H ζέστη είναι ανυπόφορη.

οπλοφορία = το να έχει κάποιος μαζί του φορητό όπλο: π.χ.Καταδικάστηκε για παράνομη οπλοφορία.

 

 

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)
Ρουμπελάκη Ανθή

Καθηγήτρια φιλόλογος ,τοποθετήθηκε οργανικά στο 3ο Γυμνάσιο το σχολικό έτος 2010-2011

Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια
Κύλιση στην Αρχή