Ενότητα 7: Ένας στοργικός ηγέτης Λεξιλόγιο

πράττω = κάνω, κατορθώνω, επιτελώ

Αρχαία Ελληνικά

ὁ πρακτήρ: αυτός που κάνει κάτι
πραγματώδης: κοπιώδης

ἀντιπράττω: εναντιώνομαι

ἡ εὐπραξία: η καλή συμπεριφορά

ἀπρακτῶ: αδρανώ

ἀπράγμων: αυτός που αδρανεί, αυτός που δεν ασχολείται με τα κοινά

κοινοπραγῶ: κάνω κάτι από κοινού με κάποιον

κοινοπραγία: η ενασχόληση με κάτι από κοινού με κάποιον

πολυπραγμονῶ: ασχολούμαι με πολλά πράγματα

 

Αρχαία / Νέα Ελληνικά

ἡ πρᾶξις (-η): η ενέργεια, το επιτελούμενο έργο

π.χ. Η θυσία για την πατρίδα αποτελεί γενναία πράξη.

τό πράγμα: άψυχο υλικό σώμα

π.χ. Η αποθήκη μας είναι γεμάτη με παλιά πράγματα.

πραγματεύομαι: (α.ε.)ασχολούμαι με κάτι/ (ν.ε.) εξετάζω κάτι σε βάθος

π.χ. Η τελευταία του μελέτη πραγματεύεται τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στην ελληνική οικογένεια.
πραγματικός: αληθινός

π.χ. Στο τέλος αποκαλύφθηκαν οι πραγματικές προθέσεις του.

ὁ πρα(γ)ματευτής: έμπορος, εμπορικός αντιπρόσωπος

π.χ. Ο πραματευτής γυρνούσε τα χωριά με το γαϊδουράκι του πουλώντας είδη για το νοικοκυριό.

ἡ πραγματεία: επιμελής εργασία/ βιβλίο, μελέτη

π.χ. Ένα αντίγραφο της πραγματείας του υπάρχει στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου.

τά πεπραγμένα: αυτά που έχουν γίνει

π.χ. Έγινε αναλυτική έκθεση των πεπραγμένων του απερχόμενου διοικητικού συμβουλίου στη γενική συνέλευση των μελών του συλλόγου.

τό πρακτορεῖον (-ειο): (α.ε.) το γραφείο και το αξίωμα του φοροεισπράκτορα/ (ν.ε.) επαγγελματικό γραφείο εξυπηρέτησης

π.χ. Κλείσαμε τα εισιτήριά μας μέσω του ταξιδιωτικού πρακτορείου.

ὁ πράκτωρ: (α.ε.) συλλέκτης φόρων/ (ν.ε.) πρόσωπο που φέρνει σε πέρας υποθέσεις άλλων

π.χ. Αποκαλύφθηκε ότι ήταν πράκτορας ξένης δύναμης.

πρακτικός: αυτός που αναφέρεται στην πράξη/ ο εμπειρικός, βολικός

π.χ. Η νέα αυτή μέθοδος έχει πρακτική εφαρμογή στην ιατρική.

διαπράττω: κάνω (κάτι κακό)

π.χ. Θα τιμωρηθεί για το έγκλημα που διέπραξε.
ἡ διάπραξις (-η): η πραγματοποίηση(κάποιου κακού)

π.χ. Κατηγορήθηκε για διάπραξη φόνου.
εἰσπράττω: συγκεντρώνω χρήματα που οφείλονται

π.χ. Κάθε μήνα εισπράττει τα χρήματα από τα διαμερίσματα που νοικιάζει.

ἡ εἰσπραξις (-η): συγκέντρωση οφειλόμενων χρημάτων

π.χ. Η είσπραξη του φόρου θα έχει ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος του έτους.

συμπράττω: συνεργάζομαι σε κοινή προσπάθεια

π.χ. Για την κατασκευή του αεροδρομίου θα συμπράξουν τρεις τεχνικές εταιρείες.
ἡ σύμπραξις (-η): η συνεργασία

π.χ. Η κρίση θα ξεπεραστεί με τη σύμπραξη όλων των πολιτικών κομμάτων.

ἡ δυσπραγία: (α.ε.) κακή τύχη/ (ν.ε.) έλλειψη άνεσης στο βιοτικό επίπεδο

π.χ. Οι χώρες του Τρίτου Κόσμου υποφέρουν από οικονομική δυσπραγία.

ἡ ἀπραξία: η αδράνεια

π.χ. Η απραξία στην αγορά οδήγησε πολλές επιχειρήσεις στη χρεοκοπία.
ἄπρακτος: ο αδρανής

π.χ. Δεν έμεινε άπρακτος, αλλά έκανε ό,τι μπορούσε για να βελτιώσει την κατάσταση.

πολυπράγμων: αυτός που ασχολείται με πολλά πράγματα

π.χ. Δεν του μένει σχεδόν καθόλου χρόνος για ξεκούραση, καθώς είναι πολυπράγμων.
πολυπραγμοσύνη: η ενασχόληση με πολλά πράγματα

π.χ. Η πολυπραγμοσύνη που τον διακρίνει δεν του αφήνει πολλά περιθώρια για ξεκούραση.

εἰσπράκτωρ (-ορας): αυτός που συγκεντρώνει οφειλόμενα χρήματα

π.χ. Μπαίνοντας στο λεωφορείο, πληρώσαμε το εισιτήριο στον εισπράκτορα.
ἔμπρακτος: αυτός που εκδηλώνεται με πράξεις

π.χ. Η αγάπη δε δηλώνεται με λόγια, αλλά έμπρακτα.

διαπραγματεύομαι: κάνω συνεννοήσεις

π.χ. Η κυβέρνηση διαπραγματεύεται τη σύναψη νέου δανείου.

 

Νέα Ελληνικά

πραγματικότητα: η πραγματική κατάσταση, ο αντικειμενικός κόσμος

π.χ. Όταν έχασε τους γονείς του, έπρεπε να αντιμετωπίσει τη σκληρή πραγματικότητα.

πράγματι: πραγματικά, αληθινά

π.χ. Είναι πράγματι έντιμος και ειλικρινής άνθρωπος.
πραγμάτωση: πραγματοποίηση

π.χ. Σου εύχομαι να επιτύχεις την πραγμάτωση των στόχων σου.

πραγμάτευση: ενασχόληση

π.χ. Στη μελέτη θα βρείτε μια σφαιρική πραγμάτευση του θέματος.
πραματευτής: γυρολόγος

πραμάτεια: το εμπόρευμα του πραματευτή

π.χ. Ο πραματευτής γύριζε στα χωριά διαλαλώντας την πραμάτειά του.

πραγματογνώμονας: πρόσωπο με ειδικές επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις που καλείται να γνωμοδοτήσει για ένα θέμα

π.χ. Ο πραγματογνώμονας απεφάνθη πως το έγκλημα έγινε κάτω από ψυχική πίεση.

πραγματοποιώ: κάνω κάτι πραγματικότητα

π.χ. Σου εύχομαι να πραγματοποιηθούν τα όνειρά σου.
πραγματοποίηση: το να κάνεις κάτι πραγματικότητα

π.χ. Η πραγματοποίηση του φεστιβάλ έγινε με μεγάλη επιτυχία.
διαπραγμάτευση: συνεννόηση

π.χ. Η αντιπολίτευση δε δέχτηκε να γίνουν διαπραγματεύσεις.

κοινοπραξία: ένωση επιχειρήσεων

π.χ. Οι βιομηχανίες της χώρας μας προχώρησαν σε κοινοπραξία.
πραξικόπημα: βίαιη κατάληψη της εξουσίας

π.χ. Οι στρατιωτικοί ανέτρεψαν με πραξικόπημα τη νόμιμη κυβέρνηση της χώρας.
εχθροπραξίες: εχθρικές ενέργειες

π.χ. Άρχισαν οι εχθροπραξίες στα σύνορα.

 

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)
Ρουμπελάκη Ανθή

Καθηγήτρια φιλόλογος ,τοποθετήθηκε οργανικά στο 3ο Γυμνάσιο το σχολικό έτος 2010-2011

Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια
Κύλιση στην Αρχή