Λεξιλογικά 5ης Ενότητας

 

Ενότητα 5: Η ελεημοσύνη βασίλισσα των αρετών Λεξιλόγιο

 

ἄγω = 1. οδηγώ, 2. μεταφέρω

 

Αρχαία Ελληνικά

ἀγωγαῖος = αυτός που χρησιμεύει για να οδηγεί κάποιον

ὁ ἀγωγεύς = ο οδηγός, αυτός που έλκει, τραβάει

ὁ ἀγωνοδίκης / ὁ ἀγωνοθέτης = ο κριτής των αγώνων

φορτηγός = αυτός που μεταφέρει φορτία

 

Αρχαία / Νέα Ελληνικά

ὁ ἀγών (-ώνας) = (α.ε.) συνέλευση, (ν.ε.) κοπιαστική προσπάθεια

ὁ ἀγωγός = (α.ε.) οδηγός (ν.ε.) σωλήνας: π.χ. ο αγωγός του νερού ἀγώγιμος = εύκολος στη μεταφορά

ή ἀγωγή = (α.ε.) μεταφορά, (ν.ε.) ανατροφή

ἀγωνίζομαι = 1. καταβάλλω έντονη προσπάθεια για την πραγματοποίηση ενός σκοπού

π.χ. Ο λαός αγωνίστηκε για την απελευθέρωση από τον κατακτητή.

2. συμμετέχω σε ορισμένο αγώνισμα, αθλητικό αγώνα κτλ.:

π.χ. H ομάδα μας αγωνίζεται σε ξένο γήπεδο.

ἡ ἀγωνία = (α.ε.) συναγωνισμός,(ν.ε.) ψυχική αβεβαιότητα

τὸ ἀγώνισμα = άθλημα που γίνεται σε αθλητικούς αγώνες με στόχο το συναγωνισμό των αθλητών για τη νίκη: π.χ. Tο αγώνισμα της δισκοβολίας.

ἡ ἀγέλη = κοπάδι ζώων

π.χ. αγέλη λιονταριών

ἡ ἀγελάς (-άδα) = (α.ε.) αυτή που ανήκει στην αγέλη, (ν.ε.) το θηλυκό βόδι ἀγελαῖος = 1. (για ζώο) που ανήκει ή που αναφέρεται στην αγέλη:

π.χ. Tο αγελαίο ένστικτο των ζώων.

2. (μεταφρικά) που έχει το χαρακτήρα της αγέλης, του όχλου:

π.χ. Aγελαίες και άβουλες μάζες.

τὸ ἄγημα = τμήμα στρατού

ἀνταγωνιστής = αυτός που αγωνίζεται να ξεπεράσει κάποιον

π.χ. Tα δύο κόμματα ανταγωνίζονται για την κατάληψη της εξουσίας.

διάγω = (α.ε.) μεταφέρω στο απέναντι μέρος, (ν.ε.) διαβιώνω

ἐξάγω =μεταφέρω σε άλλη χώρα:

π.χ. Επιχείρησε να εξαγάγει παράνομα συνάλλαγμα. …

κατάγω = (α.ε.) οδηγώ προς τα κάτω, (ν.ε.) επιτυγχάνω

ξεναγῶ = οδηγώ τους επισκέπτες ενός τόπου, δίνοντάς τους πληροφορίες, ιστορικές, αρχαιολογικές κτλ.:

π.χ. Mας ξενάγησαν στα αξιοθέατα της πόλης. παράγω = 1. προκαλώ, δημιουργώ.

π.χ. H τριβή παράγει θερμότητα.

2. δημιουργώ ένα προϊόν, ένα αγαθό, το κάνω να υπάρξει. π.χ. H Ελλάδα παράγει γεωργικά προϊόντα.

συνάγω (ν.ε. συνάζω) = συγκεντρώνω

σύναξις (-η) = 1. συγκέντρωση ατόμων:

π.χ. Είχαν σύναξη οι προεστοί στο αρχοντικό.

2. συγκέντρωση πιστών για να τιμήσουν ένα ιερό πρόσωπο:

π.χ. H Σύναξη της Θεοτόκου.

κυνηγός = αυτός που ασχολείται ερασιτεχνικά ή επαγγελματικά με το κυνήγι:

π.χ. Kυνηγοί άγριων θηρίων.

μυσταγωγός = 1. αυτός που μυεί καποιον σε μια μυστηριακή λατρεία, 2. πρόσωπο που γνωρίζει σε βάθος επιστήμη ή τέχνη και μπορεί να μυήσει και άλλους σ' αυτές

λοχαγός = βαθμός κατώτερου αξιωματικού του στρατού ξηράς, ανώτερος από τον υπολοχαγό και κατώτερος από τον ταγματάρχη.

ὁ ξεναγός = αυτός που οδηγεί τους ξένους

ὁδηγός = 1. αυτός που συνοδεύει κάποιον, για να του δείχνει το δρόμο: π.χ. Xάθηκαν στο δάσος, γιατί δεν είχαν οδηγό. 2. ξεναγός: π.χ. Επισκέφθηκαν την Aκρόπολη με οδηγό μια αρχαιολόγο. 3. αυτός που οδηγεί ένα όχημα: π.χ. οδηγός αυτοκινήτου 4. βιβλίο ή γενικά έντυπο που περιέχει οδηγίες ή πληροφορίες πρακτικού χαρακτήρα: π.χ. τουριστικός οδηγός.

παιδαγωγός = 1.ο ειδικός στη θεωρητική μελέτη ή στην πρακτική εφαρμογή της παιδαγωγικής επιστήμης: π.χ. Συνέδριο Ελλήνων παιδαγωγών. 2. αυτός που διαπαιδαγωγεί: π.χ. Σε καιρούς επαναστατικούς η τέχνη γίνεται παιδαγωγός των λαών.

ὑδραγωγός = αυτός που διοχετεύει νερό τ

ό ὑδραγωγεῖον (-είο) = μεγάλο τεχνικό έργο για την ύδρευση κατοικημένων περιοχών, με το οποίο γίνεται η συγκέντρωση του νερού από τις πηγές στο κύριο σημείο διανομής, δηλαδή στη δεξαμενή.

 

Νέα Ελληνικά

αγωγιμότητα = η ιδιότητα των υλικών σωμάτων να επιτρέπουν τη διέλευση ορισμένης ενέργειας: π.χ. H αγωγιμότητα των στερεών.

αγωγιάτης = επαγγελματίας που κάνει μεταφορές με φορτηγό ζώο

αγώ(γ)ι= διαδρομή που κάνει κάποιος με φορτηγό ζώο ή αμάξι για να μεταφέρει κάποιον ή κάτι με αμοιβή, καθώς και το σχετικό φορτίο: π.χ. Kάνω ένα αγώι.

συναξάρι = 1.διήγηση που αναφέρεται στο βίο και στο μαρτύριο αγίου ή μάρτυρα του χριστιανισμού ή και σε άλλα θέματα σχετικά με την εκκλησιαστική ζωή. 2. το βιβλίο που περιέχει την παραπάνω διήγηση.

το φορτηγό = μεταφορικό μέσο (όχημα ή πλοίο), που μεταφέρει διάφορα φορτία: π.χ. Ένα φορτηγό γεμάτο άμμο.

επιβατηγός = 1. επιβατικός. 2. (ως ουσιαστικό) το επιβατηγό, επιβατικό μεταφορικό μέσο.

πλοηγός = αυτός που πλοηγεί, πιλότος: π.χ. Ο πλοίαρχος του κρουαζιερόπλοιου ζήτησε πλοηγό, για να τον οδηγήσει με ασφάλεια στο λιμάνι.

παρθεναγωγείο = σχολείο όπου φοιτούσαν μόνο μαθήτριες.

οχηματαγωγό = το πλοίο που μεταφέρει οχήματα

νηπιαγωγός = παιδαγωγός ειδική στην εκπαίδευση των νηπίων.

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)
Ρουμπελάκη Ανθή

Καθηγήτρια φιλόλογος ,τοποθετήθηκε οργανικά στο 3ο Γυμνάσιο το σχολικό έτος 2010-2011

Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια
Κύλιση στην Αρχή