Λεξιλογικός Πίνακας 4ης ενότητας

Ενότητα 4: Οι Σεληνίτες Λεξιλόγιο

 

 

καλός, -ή, -όν = 1. ωραίος, 2. τίμιος, δίκαιος, ηθικός

 

Αρχαία Ελληνικά

καλλίκομος = που έχει ωραία μαλλιά

θυμήσου: καλλιπλόκαμη νεράιδα: η νεράιδα με τις ωραίες πλεξίδες καλλίπαις= που έχει όμορφα παιδιά καλλίνικος = που πέτυχε ωραία νίκη, ο θριαμβευτήςκαλλιστέφανος = που φοράει ωραίο στεφάνιΚαλλισθένης: αυτός που έχει ωραία δύναμη, ο ισχυρός (σθένος=δύναμη)

(αρχαίος Έλληνας ιστορικός)καλλιπάρῃος= αυτός που έχει ωραία μάγουλα

 

Αρχαία / Νέα Ελληνικά

τὸ κάλλος = ομορφιά

π.χ. Ο Ερμής του Πραξιτέλη είναι η τέλεια έκφραση του σωματικού κάλλους. καλλονή =

1. ομορφιά. π.χ. H Ελλάδα έχει πολλές φυσικές καλλονές. (=πολύ ωραία τοπία).

2. πολύ όμορφη γυναίκα: π.χ. Στα καλλιστεία έλαβαν μέρος πολλές καλλονές. τὸκαλλιστεῖον/ τά καλλιστεία = διαγωνισμός ομορφιάς:

π.χ. Παρακολουθήσατε τα καλλιστεία για την ανάδειξη της σταρ Ελλάς.

καλοήθης= (α.ε.) αγαθός, ενάρετος,

(ν.ε.) για νόσο που έχει καλή εξέλιξη, ιάσιμη (= θεραπεύσιμη)καλοκαγαθία = ο ιδεώδης χαρακτήρας του ανθρώπου που συνδύαζε το σωματικό κάλλος με την ηθική τελειότητα.καλοκαιρία = καλός καιρός

π.χ. Σήμερα είχαμε καλοκαιρία.

καλλιεπής = που γράφει ή μιλάει με καλλιέπεια: π.χ. καλλιεπής ρήτορας.καλλιέπεια = λόγος πολύ φροντισμένος, γλαφυρός και κοσμημένος με καλολογικά στοιχεία.καλλωπίζω = βελτιώνω την εμφάνιση κάποιου, τον ομορφαίνω:

π.χ. Kαλλωπίστηκε ο χώρος με παρτέρια και δενδροστοιχίες.

καλλίφωνος = που έχει ωραία φωνή, που τραγουδάει ωραίακαλλιφωνία = η ιδιότητα αυτού που είναι καλλίφωνος.καλλιγραφῶ = γράφω καλλιγραφικάΚαλλιρρόη = γυναικείο όνομα που σημαίνει με ωραία ροή καλλιγραφία = ωραίοςτρόπος γραφής καλλιτεχνία = η δημιουργία έργων αισθητικά ωραίων, που προκαλούν την αισθητική απόλαυση του θεατή ή του ακροατή, τέχνη: π.χ. H καλλιτεχνία και η επιστήμη είναι τομείς του πνευματικού μας πολιτισμού.

καλλιεργῶ =1. εκτελώ ένα σύνολο γεωργικών εργασιών που έχουν ως αποτέλεσμα την παραγωγή φυτικών προϊόντων: π.χ. Ο γεωργός καλλιεργεί το χωράφι του.

2. ασχολούμαι συστηματικά, με ενδιαφέρον και με επιτυχία: π.χ. Οι αρχαίοι Έλληνες καλλιέργησαν τις τέχνες και τα γράμματα.

3. αναπτύσσω τις ικανότητες ή τις ιδιότητες κάποιου ατόμου με την κατάλληλη αγωγή ή άσκηση. π.χ. Kαλλιεργημένος άνθρωπος, με γενική μόρφωση.

4. δημιουργώ τις κατάλληλες συνθήκες για να αναπτυχθεί κάτι, να γίνει πιο δυνατό, πιο έντονο: π.χ. Δεν πρέπει να καλλιεργούμε το μίσος.

Νέα Ελληνικά

καλοσύνη = η ιδιότητα του καλού ανθρώπου, που θέλει το καλό και την ευτυχία του συνανθρώπου του: π.χ. Mου φέρθηκε με καλοσύνη.

καλοσυνάτος = που έχει καλό χαρακτήρα: π.χ. καλοσυνάτος άνθρωπος. καλλυντικό = παρασκεύασμα που χρησιμοποιείται για να καλύψει, να προλάβει ή να θεραπεύσει ανωμαλίες του δέρματος ή για βελτίωση της αισθητικής εικόνας π.χ. Kαλλυντικά για τη γυναικεία ομορφιά.

καλοδέχομαι = 1. υποδέχομαι με προθυμία και με ευγένεια. π.χ. να τον / την καλοδεχτείς, να έρθει με το καλό.

2. δέχομαι μια είδηση ή μια άποψη με ευχαρίστηση, ευνοϊκά. π.χ. Οι συμμαθητές μας καλοδέχτηκαν την πρόταση του 15μελούς. καλοθρεμμένος = που έχει τραφεί καλά, με τροφή πλούσια σε ποσότητα και καλή σε ποιότητα: π.χ. Kαλοθρεμμένο παιδί, γεροδεμένο και παχουλό. καλολογικός = που ομορφαίνει το λόγο: π.χ. καλολογικά στοιχεία ενός ποιήματος = τα εκφραστικά μέσα, τα σχήματα λόγου καλομαθαίνω = 1. συνηθίζω σε μια ζωή άνετη και ευχάριστη. π.χ. Οι γονείς του τον είχαν καλομάθει σε μια πλούσια ζωή. 2. κακομαθαίνω, με αποτέλεσμα να μην είναι εύκολη η προσαρμογή σε δύσκολες καταστάσεις: π.χ. Είναι πολύ καλομαθημένος, τα θέλει όλα στο χέρι. καλοπιάνω = προσπαθώ να φανώ ευχάριστος με λόγια ή με έργα, με απώτερο σκοπό να εξυπηρετήσω κάποιο συμφέρον μου. π.χ. Καλοπιάνει τον πατέρα του για να του αγοράσει καινούριο υπολογιστή.

καλόπιστος = που έχει τη διάθεση να συνεννοηθεί με τους άλλους με ειλικρίνεια και εντιμότητα π.χ. Kάθε καλόπιστος άνθρωπος θα αναγνωρίσει ότι καταβάλαμε μεγάλες προσπάθειες. καλοπροαίρετος = που αντιμετωπίζει τον άλλο με καλή διάθεση, χωρίς πρόθεση να τον βλάψει, να του δημιουργήσει προβλήματα. π.χ. Kαλοπροαίρετη κριτική. καλότυχος = που έχει καλή τύχη, που του συμβαίνουν γεγονότα ευχάριστα και εκπληρώνονται οι επιθυμίες του: π.χ. Kαλότυχοι όσοι δε γνώρισαν τον πόλεμο.

καλοτάξιδος = ευχή σε καινούριο καράβι και γενικότερα, σε μεταφορικό μέσο, τα ταξίδια που θα κάνει να είναι ασφαλή και ευχάριστα: π.χ. Nα είναι καλοτάξιδο. || Kαλοτάξιδο καράβι, που είναι σταθερό και που εξασφαλίζει ένα άνετο ταξίδι για τους επιβάτες.καλορίζικος = καλότυχος π.χ. Kαλορίζικο το νεογέννητο.

καλοπέραση = ζωή χωρίς στερήσεις και στενοχώριες π.χ. H μεγάλη καλοπέραση κάνει τον άνθρωπο μαλθακό.

καλλιμάρμαρος = χαρακτηρισμός οικοδομήματος που το έχουν χτίσει ή επενδύσει με εκλεκτά μάρμαρα: π.χ. Kαλλιμάρμαρο στάδιο

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)
Ρουμπελάκη Ανθή

Καθηγήτρια φιλόλογος ,τοποθετήθηκε οργανικά στο 3ο Γυμνάσιο το σχολικό έτος 2010-2011

Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια
Κύλιση στην Αρχή