Λεξιλογικός Πίνακας 3ης ενότητας

Ενότητα 3: Το χρέος του ιστορικού                                                   Λεξιλόγιο

 

κοσμέω, κοσμῶ= 1. διευθετώ, 2. κυβερνώ, 3. στολίζω

κόσμος = 1. η ευπρέπεια, η τάξη, 2. το στολίδι, 3. το σύμπαν

 

Αρχαία Ελληνική

ὁ κοσμητής= λειτουργικό αξίωμα (εκείνος που διατάζει, ο διευθυντής)

κοσμητός = περιποιημένος

κατακοσμῶ = διευθετώ

ἐπικοσμῶ = προσθέτω στολίδια σε κάτι

ἀποκοσμῶ = καθαρίζω κι αποκαθιστώ την τάξη αφαιρώντας τα περιττά

 

Αρχαία / Νέα Ελληνική

ἡ κόσμησις (-η) = το στόλισμα, η διακόσμηση

τὸ κόσμημα = αντικείμενο τέχνης, συνήθως από πολύτιμα υλικά, το οποίο φοριέται για στόλισμα

κοσμητικός = κυρίως στον όρο κοσμητικό επίθετο:  

α. που αποδίδει στο ουσιαστικό αναπόσπαστη μια ιδιότητα

    π.χ. «το άσπρο γάλα».  

β. (ειρωνικά) για υβριστικό, μειωτικό χαρακτηρισμό:    

     π.χ. Tον στόλισε με διάφορα κοσμητικά επίθετα (= τον εξύβρισε). κόσμιος = καλά οργανωμένος, ευπρεπής κοσμιότης (-τητα) = ευπρέπεια, σεμνότητα, καλή συμπεριφορά κοσμικός =  

1. που ανήκει ή που αναφέρεται στον κόσμο ως σύμπαν:  

    π.χ. κοσμικό σύστημα (= το σύνολο των ουράνιων σωμάτων), κοσμική ακτινοβολία (= σύνολο ακτινοβολιών που φτάνουν στη Γη από το διάστημα). 2. που ανήκει ή που αναφέρεται στις κοινωνικές εκδηλώσεις της ανώτερης συνήθ. κοινωνικής τάξης:  

    π.χ. κοσμική εκδήλωση, κοσμικό κέντρο. ὁ κοσμήτωρ(-ορας) = (α.ε.) αρχηγός στρατού, (ν.ε.) ο επικεφαλής μιας πανεπιστημιακής σχολής

διακοσμῶ = στολίζω κοσμογονία =  

1. επιστημονική ή μυθολογική θεωρία με την οποία γίνεται προσπάθεια να ερμηνευτεί η δημιουργία του σύμπαντος και των ουράνιων σωμάτων.  

2. (μεταφορικά) πολύ σημαντικές αλλαγές:  

π.χ. Tα τελευταία χρόνια έγινε πραγματική κοσμογονία στο χώρο της τεχνολογίας. κοσμογραφία =  

1. η περιγραφή του κόσμου

2. στοιχειώδεις γνώσεις αστρονομίας

κοσμοκράτωρ (-τορας) = για ηγέτη κράτους, ιδίως ηγεμόνα, ή για κράτος, του οποίου η εξουσία και η επιρροή απλώνεται σε μεγάλο μέρος του κόσμου: π.χ. Ο Mέγας Aλέξανδρος θέλησε να γίνει κοσμοκράτορας. κοσμοπολίτης =  άνθρωπος πολυταξιδεμένος, που έζησε σε διάφορες χώρες, προσαρμόστηκε και αφομοίωσε ποικίλους τρόπους ζωής και που χαρακτηρίζεται από την άνεση με την οποία μπορεί να κινηθεί στους χώρους της ανώτερης συνήθως κοινωνίας:  

π.χ. Οι διπλωμάτες έχουν τον αέρα του κοσμοπολίτη. ἀκοσμία = έλλειψη κοσμιότητας, αταξία, ακαταστασία ὑπόκοσμος = σύνολο ανθρώπων οι οποίοι ζουν στο περιθώριο της κοινωνίας και αναπτύσσουν παράνομη δραστηριότητα:  

π.χ. Άνθρωποι του υποκόσμου.

 

Νέα Ελληνική

κοσμικότητα

  1. 1.      η τάση για κοσμική ζωή και ο τρόπος με τον οποίο εκδηλώνεται.
  2. 2.      (στον πληθυντικό) κοσμικά γεγονότα, εκδηλώσεις της κοσμικής ζωής που χαρακτηρίζουν κυρίως τις ανώτερες κοινωνικές τάξεις:  

           π.χ. Aποφεύγει τις κοσμικότητες. κοσμάκης= οι φτωχοί και απλοί άνθρωποι:  

π.χ. Tην οικονομική κρίση ο κοσμάκης θα την πληρώσει πάλι.

κοσμοθεωρία = η συνολική άποψη για τη ζωή και τον κόσμο την οποία έχει διαμορφώσει κάποιος με βάση τα βιώματά του, την παιδεία του, την πολιτισμική του παράδοση, τις επιδράσεις που έχει δεχτεί από το περιβάλλον κτλ., και η οποία του υπαγορεύει κανόνες ζωής. κοσμογυρισμένος = αυτός που έχει ταξιδέψει σε πολλά μέρη και έχει αποκτήσει  πολλές εμπειρίες και γνώσεις. κοσμοπλημμύρα = πολύ μεγάλο πλήθος ανθρώπων που έχει συγκεντρωθεί σε ένα μέρος κοσμοσωτήριος = που έγινε για τη σωτηρία του ανθρώπου ή που έχει ως συνέπεια τη σωτηρία του ανθρώπου:  

π.χ. Tο κοσμοσωτήριο έργο του Xριστού. κοσμοϊστορικός = πολύ σημαντικός, που δίνει άλλη τροπή στην πορεία και την εξέλιξη όλου του κόσμου, που αλλάζει το ρου της ιστορίας:  

π.χ. Γεγονός κοσμοϊστορικής σημασίας. κοσμοναύτης = αστροναύτης κοσμοκαλόγερος =  

1. μοναχός που ενώ φέρει το μοναχικό σχήμα δε ζει σε μοναστήρι, αλλά έξω στην κοινωνία.  

2. άνθρωπος που ζει πολύ λιτή και ασκητική ζωή:  

π.χ. Ο κοσμοκαλόγερος των γραμμάτων μας, ο Aλέξανδρος Παπαδιαμάντης. κοσμηματοπώλης = ιδιοκτήτης κοσμηματοπωλείου. κοσμηματοθήκη = ειδική θήκη όπου φυλάγονται κοσμήματα απόκοσμος   

1. που φαίνεται ότι δε σχετίζεται ή δεν προέρχεται από το δικό μας κόσμο αλλά από κάποιον άλλο  

    π.χ. Bυζαντινές τοιχογραφίες με απόκοσμες μορφές αγίων.  

2. πολύ παράξενος, μυστηριώδης  

    π.χ. απόκοσμη φωνή

3. που βρίσκεται στο δικό του κόσμο, απομονωμένος και απόμακρος από τον κοινωνικό περίγυρο. μαθητόκοσμος = το σύνολο των μαθητών, οι μαθητές:  

π.χ. Η διδασκαλία μέσω υπολογιστή είναι πολύ αγαπητή στο μαθητόκοσμο. φοιτητόκοσμος = το σύνολο των φοιτητών, οι φοιτητές:  

π.χ. Tο υπουργείο δεν ασχολήθηκε σοβαρά με τα προβλήματα του φοιτητόκοσμου.

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)
Ρουμπελάκη Ανθή

Καθηγήτρια φιλόλογος ,τοποθετήθηκε οργανικά στο 3ο Γυμνάσιο το σχολικό έτος 2010-2011

Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια
Κύλιση στην Αρχή